Επιστήμη και Εκκλησία

ΤΟΥ ΠΡΟΚΟΠΗ ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗ

Στα τέλη του 19ου αιώνα οι αντιδράσεις στην ίδρυση της Φυσικομαθηματικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών επαναφέρει το ζήτημα της σύγκρουσης της επιστήμης με τη θρησκεία.  Αυτή η σύγκρουση έρχεται να διαψεύσει τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, που αφορούν στον κίνδυνο διάδοσης τους κορονοϊού,  ότι «Η εκκλησία μας ουδέποτε στάθηκε απέναντι στην επιστήμη και ουδέποτε επιχείρησε να την υποκαταστήσει» (13.3.2020)

Η περίπτωση αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού του Πανεπιστημίου που εκδηλώνεται τότε, ενώ η αρνητική θέση της Εκκλησίας, με όχημα τη Θεολογική Σχολή στοχεύει στον έλεγχο της διδασκαλίας των φυσικών επιστημών που τότε βρίσκονται στη πρωτοπορία της γνώσης.  Αυτή η ασφυκτική απαίτηση της Εκκλησίας να παρεμβαίνει και να καθορίζει είναι εμφανής και στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας αυτού του ιδρύματος.

Η συνύπαρξη στη Φιλοσοφική Σχολή των θετικών επιστημών με τη φιλοσοφία είναι κατάλοιπο της θεολογοκρατούμενης εποχής των πανεπιστημίων του 14ου αιώνα,  όπως επισημαίνουν οι καθηγητές του φυσικομαθηματικού τμήματος. Έχει μεταφυτευθεί στο νεαρό Πανεπιστήμιο Αθηνών από τη Γερμανία, αλλά στα τέλη του 19ου αιώνα η συνύπαρξη αυτή έχει επιμετρήσει πλέον τη χρησιμότητα της.

Αυτή όμως η συνύπαρξη εξυπηρετεί σκοπούς που ουδεμία σχέση έχουν με την πρόοδο της επιστήμης σε μία περίοδο που το Πανεπιστήμιο αντιμετωπίζει έντονη κριτική ως προς την ποιότητα των γνώσεων που παρέχει. Αυτό το επισημαίνει και ο ίδιος ο Πρύτανης Πέτρος Παπαρηγόπουλος όταν υπογραμμίζει στον Πρυτανικό Λόγο του τον Οκτώβριο του 1888, ότι «η καλλιέργεια της επιστήμης στην Ελλάδα δεν έχει συντελέσει ακόμα στην ουσιαστική προαγωγή της».

Η απάντηση σ΄ αυτό από την πλευρά του κράτους είναι η προσπάθεια εκσυγχρονισμού του Πανεπιστημίου με τη σειρά των νομοσχεδίων που εισηγούνται και αγωνίζονται να ψηφιστούν από τη Βουλή οι υπουργοί Παιδείας Αθανάσιος Ευταξίας, Δημήτρης Πετρίδης και Σπυρίδων Στάης. Η προσπάθεια αυτή βρίσκει αντίθετες τη Φιλοσοφική και τη Θεολογική Σχολή. Η πρώτη πιστεύει ότι κινδυνεύει η πρωτοκαθεδρία της στο Πανεπιστήμιο και ο έλεγχος της συγκεκριμένης ιδεολογίας που παράγει.  Η δεύτερη επιδιώκει να ματαιώσει την εδραίωση και αναπόφευκτη ανάπτυξη της διδασκαλίας των φυσικών επιστημών με τη δημιουργία ανεξάρτητης  Φυσικομαθηματικής Σχολής.  Η Σχολή εκ των πραγμάτων θα αμφισβητήσει το υπερφυσικόν της δημιουργίας της ανθρωπότητας όπως διδάσκουν με τη δέουσα βεβαιότητα οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής.

Οι φυσικές επιστήμες συνδέονται με την πρόοδο της βιομηχανίας, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αλέξανδρος Βενιζέλος, ήδη από το 1846.  Η αυτονόμηση της Φυσικομαθηματικής έχει προταθεί από την μειοψηφία της επιτροπής του Κανονισμού του Πανεπιστημίου το 1860 με τον Υπουργό Παιδείας να ανατρέπει τελικά την αρχική θετική στάση του σ΄ αυτό το ζήτημα.

Το θέμα εξακολουθεί να απασχολεί την επιστημονική κοινότητα και όχι μόνο,  με προτάσεις να διευρυνθεί ο κύκλος των μαθημάτων των φυσικών επιστημών,  λογοδοσίες πρυτάνεων, την ίδρυση του Πανεπιστημιακού Χημείου το 1887, το φοιτητικό Σύλλογο των Φυσικών Επιστημών, το περιοδικό «Προμηθεύς».

Ο κίνδυνος όμως που καλείται να αντιμετωπίσει η Εκκλησία είναι ότι «αι Φυσικαί Επιστήμαι … εξυπηρετήσασαι άλλοτε την σκόπιμον λατρείαν της Δημιουργίας, σκοπούσι σήμερον ν΄ αγάγωσιν εις την περί αυτής έρευναν» [1].

Για να αντιμετωπιστεί αυτή την έρευνα περί την Δημιουργίαν και ο συνακόλουθος σκανδαλισμός του χριστεπώνυμου πληρώματος πρέπει να εμποδιστεί  κάθε μέτρο που θα την διευκολύνει, ακόμα και η δημιουργία Β’ έδρας Χημείας και κυρίως η εισαγωγή του μαθήματος της Βιολογίας που προτείνει ο Αθ. Ευταξίας. Οι πολλές αντιδράσεις που προκαλούνται, όπως επισημαίνεται στις συζητήσεις στη Βουλή,  έχουν ως αποτέλεσμα να μη συμπεριληφθούν οι προτάσεις αυτές, πόσο μάλλον η ίδρυση της Φυσικομαθηματικής, στο νόμο που θεσμοθετεί τον Φεβρουάριο του 1893 την επέμβαση του Υπουργού στο Πανεπιστήμιο.

Η συζήτηση και οι αντιπαραθέσεις για τα θέματα αυτά εξελίσσεται παράλληλα με την πολιτική και οικονομική κρίση που θα οδηγήσει τον Χαρίλαο Τρικούπη να κηρύξει πτώχευση  τον Δεκέμβριο του 1893 αλλά και την έξαρση του εθνικισμού που θα καταλήξει στον πόλεμο του 1897 υπό την πίεση της Εθνικής Εταιρείας.  Είναι ενδεικτικό ότι στην Ανώτατη Αρχή, όπως ονομάζεται προς έξαψιν της φαντασίας το Διοικητικό της Συμβούλιο, συμμετέχουν τέσσερεις καθηγητές  Φιλοσοφικής Σχολής την κρίσιμη περίοδο που οδηγεί στον πόλεμο και στη διάρκεια του[2].   Είναι οι ίδιοι που αντιδρούν,  με προεξάρχοντα τον Σπυρίδωνα Λάμπρο και προεδρεύοντα στην Ανώτατη Αρχή, στην αυτονόμηση της Φυσικομαθηματικής Σχολής χαρακτηρίζοντας «νεωτερισμούς» τις μεταρρυθμίσεις που εισηγείται η Κυβέρνηση. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πλανώνται και το ζήτημα της ίδρυσης της Φυσικομαθηματικής και οι φόβοι των ευσεβών ότι θα εμφυτευθεί στην φοιτητιώσα νεολαία το σπέρμα της επιστημονικής αμφισβήτησης της Δημιουργίας.

Ο Αθ. Ευταξίας, αν και ευσεβής υιός πτωχού ιερέως όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, θίγει ευαίσθητες χορδές των ταγών της θρησκείας, αν δεν τους προκαλεί, όταν προτείνει την εισαγωγή του μαθήματος της Βιολογίας, επισημαίνοντας ταυτόχρονα στη συνεδρίαση της Βουλής ότι ο πρωθυπουργός  Χ.Τρικούπης «έχει ιδιαίτερον ενδιαφέρον υπέρ της θεωρίας του Δαρβίνου».

Την εγρήγορση στον κίνδυνο αυτό στον καίριο χώρο του Πανεπιστημίου και όχι μόνο αναλαμβάνει ο ίδιος ο Πρύτανης για την ακαδημαϊκή χρονιά 1893-1894 καθηγητής Θεολογίας Παναγιώτης Παυλίδης.

Είναι προφανές ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο η θεωρία του Δαρβίνου όσο το ότι η σχολή αυτή θα αποτελέσει το όχημα μέσω του οποίου η θεωρία αυτή θα περιβληθεί με το κύρος πανεπιστημιακής διδασκαλίας. Αυτός είναι ο λόγος που παρεμβαίνει ο Πρύτανης το φθινόπωρο του 1893 με την εναρκτήρια ομιλία του όταν αναλαμβάνει τα καθήκοντα του. Κινείται για να προλάβει αυτές τις εξελίξεις, το οποίο ουσιαστικά σημαίνει ότι προσπαθεί να περιορίσει την ανάπτυξη συγκεκριμένων επιστημών στην Ελλάδα. Σ’ αυτήν επιτίθεται, με οξύτητα που δεν αρμόζει σε θεολόγους οι οποίοι πρεσβεύουν ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια, στις υλιστικές θεωρίες οι οποίες είναι και ο ουσιαστικός στόχος της ομιλίας του. Απευθυνόμενος στους φοιτητές επισημαίνει ότι δεν πρέπει να λησμονούν ότι κοινή μητέρα όλων των επιστημών είναι η θεία σοφία και ότι «άπασαι αι ειλικρινείς και καθαραί επιστήμαι»  από αυτήν πηγάζουν και σ’ αυτήν κατευθύνονται και ότι τέλος και σκοπός κάθε επιστήμης πρέπει να είναι η δόξα του θεού και η ωφέλεια των ανθρώπων. Δεν πρέπει επίσης να λησμονούν ότι οι χριστιανικές ιδέες που διατυπώθηκαν στην ελληνική γλώσσα συντέλεσαν στη διάσωση της και μαζί με αυτήν «διεσώθη και ο εθνισμός μας».

Η Θεολογική Σχολή, με τον μικρότερο αριθμό φοιτητών και καθηγητών, δεν φέρει φυσικά μόνης της το βάρος αυτής της επίθεσης. Επιλέγεται να χρησιμοποιηθεί ως αιχμή του δόρατος σε μία προσπάθεια ώστε η αντίθεση κατά της Φυσικομαθηματικής να καλυφθεί, στη φάση αυτή, πίσω από την αντίδραση σ΄ ένα θέμα που υπονομεύει τη θρησκεία του έθνους.  Πρόκειται φυσικά για τακτική που εφαρμόζεται με επιτυχία μέχρι σήμερα. Το κύριο σώμα του δόρατος συγκροτεί η Φιλοσοφική Σχολή η οποία έχει αρχίσει τις επιτυχημένες προσπάθειές της να αποτρέψει την ίδρυση της Φυσικομαθηματικής πολύ πριν ο Δαρβίνος και η θεωρία του ανακόψει τον εφησυχασμό των ταγών της θρησκείας στην Ελλάδα.

Τον αντίλογο σ’ αυτές τις θεολογικές και ελάχιστα επιστημονικές νουθεσίες επωμίζεται για άλλη μία φορά ο καθηγητής Αναστάσιος Χρηστομάνος όταν αναλαμβάνει Πρύτανης για το ακαδημαϊκό έτος 1896-1897.  Στον έντονα φορτισμένο λόγο που εκφωνεί με τίτλο «Φυσικαί Επιστήμαι και πρόοδος»  επισημαίνει ότι η πρόοδος δεν προσδοκάται «εκ της ωριμάνσεως της σταφίδος» αλλά από την κατάκτηση της φύσης δια της επιστήμης και της εφαρμογής των επιστημονικών κατακτήσεων μέσω της μεγάλης βιομηχανίας της μόνης που μπορεί να δώσει αποτελέσματα. Γι’ αυτό απαιτείται αναμόρφωση και γενναία ενίσχυση της διδασκαλίας όλων των φυσικών επιστημών από τη μέση εκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο και στο Πολυτεχνείο όπου η χημικοτεχνική Σχολή θα πρέπει να καταρτιστεί σε πλήρες Σχολείο  εφαρμογών της χημικής βιομηχανίας.  Αυτοί που θα διανύσουν συστηματικά αυτές τις σπουδές θα είναι οι σκαπανείς της εθνικής ευημερίας, οι φορείς της νέας φάσης της «μεγάλης του Έθνους ημών ιδέας» .

Η τοποθέτηση του αυτή, στις παραμονές του πολέμου του 1897 και ενώ η «Αόρατος Αρχή» δημοσιοποιεί με εγκύκλιο που απευθύνει στο Πανελλήνιο ότι αναλαμβάνει το συντονισμό των απαραίτητων ενεργειών για την απελευθέρωση των αλύτρωτων Ελλήνων, υπογραμμίζει την προσπάθεια του να θέσει μία διαφορετική διάσταση του προβλήματος.

Οι στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις που ακολουθούν θα τον διαψεύσουν.

Την ίδια άποψη για τη Μεγάλη Ιδέα θα υποστηρίξει ο Ελευθέριος Βενιζέλος 35 χρόνια αργότερα αντιμετωπίζοντας παρόμοια κριτική.

 

Ο Προκόπης Παπαστράτης είναι ομότιμος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

[1] Υπόμνημα των καθηγητών των φυσικών επιστημών στο Α. Κ. Χρηστομάνου, «Λόγοι και Ευθύναι , μέρος Α’», Αθήναι 1898, σ.123

[2] Γ. Γιανουλόπουλου, «Η ευγενής μας τύφλωσις..»  Βιβλιόραμα, Αθήνα 1999, σ.39-41

Source: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ: Επιστήμη και Εκκλησία

Leave a Reply

%d bloggers like this: